Δεν υπάρχει λέξη που να απομακρύνει πιο βιαστικά τον θάνατο από την καθημερινή γλώσσα από το «πτώμα». Ηχεί κλινική, αστυνομική, τηλεοπτική. Σαν να θέλει να μας πει: μην κοιτάς, μην αγγίζεις, μην αναγνωρίζεις. Κι όμως, πίσω από αυτήν τη λέξη δεν υπάρχει πάντα ένα αόριστο σώμα· συχνά υπάρχει ένα όνομα, μια ηλικία, μια οικογένεια, μια μέρα που έμεινε στη μέση.
Στα ελληνικά, το πτώμα συνδέεται με την πτώση, με κάτι που έχει πέσει. Στη γραμματική οι πτώσεις είναι το σχήμα των λέξεων, αλλά στη σύγχρονη καθημερινή χρήση η λέξη έχει πάρει μια βαριά σημασία: το σώμα μετά τον θάνατο. Το παράδοξο είναι ότι μια λέξη που περιγράφει την πιο απόλυτη αλλαγή της ζωής μπορεί να γίνει τόσο ψυχρή που να μοιάζει με αντικείμενο. Και μπορεί να γίνει ακόμα πιο ψυχρή όταν την ακούμε σε ένα δελτίο ειδήσεων, σε μια έκθεση, σε μια συζήτηση που προσπαθεί να κρατήσει απόσταση.
Σε ένα θανατηφόρο περιστατικό, το σώμα δεν είναι απλώς «πτώμα». Είναι κάτι που χρειάζεται αναγνώριση, προστασία και, ανάλογα με τις περιστάσεις, διερεύνηση. Ένας γιατρός βεβαιώνει τον θάνατο. Σε ύποπτα ή ασαφή περιστατικά, ο ιατροδικαστής καλείται να εξετάσει αν η αιτία είναι φυσική, αν υπάρχει τραύμα, αν η ζωή έληξε βίαια ή από ασθένεια. Οι αρχές ασφάλειας διατηρούν την περιοχή και βοηθούν στην ταυτοποίηση. Κάθε μία από αυτές τις ενέργειες έχει μια λογική: να εξηγήσει, να καταγράψει, να προστατεύσει.
Όμως η λογική δεν αρκεί. Η γλώσσα είναι το πρώτο φιλτράρισμα της πραγματικότητας. Όταν λέμε «πτώμα», συχνά λέμε «αντικείμενο». Όταν λέμε «σορός» ή «νεκρό σώμα», ίσως αναγνωρίζουμε περισσότερο ότι το σώμα ανήκε σε κάποιον. Όταν λέμε «ο αποθανών» ή «η αποθανούσα», η επίσημη ψύχρα υποχωρεί λίγο. Και όταν, τέλος, λέμε το όνομα του νεκρού, η λέξη «πτώμα» μπορεί να γίνει περιττή.
Στα ΜΜΕ, η λέξη «πτώμα» εμφανίζεται σε φράσεις όπως «βρέθηκε πτώμα». Η είδηση είναι αληθινή, αλλά η διατύπωση μπορεί να είναι βίαιη χωρίς ανάγκη. Η φωτογραφία ενός νεκρού σώματος δεν είναι ποτέ απλώς τεκμήριο. Έχει πρόσωπο, έχει οικογένεια, έχει θρησκεία, έχει πολιτισμό. Για πολλούς ανθρώπους, η απεικόνιση του θανάτου δεν είναι ενημέρωση· είναι βία. Η δημοσιογραφία καλείται να ισορροπεί ανάμεσα στην αλήθεια και σε μια βασική αρχή: ότι η αξιοπρέπεια δεν σταματά όταν σταματά η αναπνοή.
Υπάρχει όμως και μια άλλη χρήση, πιο καθημερινή, που δείχνει πόσο εύκολα δανειζόμαστε το σώμα του θανάτου. Στην ελληνική ομιλία, η φράση «είμαι πτώμα» δεν σημαίνει ότι κάποιος έχει πεθάνει· σημαίνει εξάντληση. «Έγινε πτώμα» μπορεί να σημαίνει ότι κάτι καταστράφηκε. Η λέξη χάνει έτσι το βάρος της, αλλά και το βάρος του θανάτου γίνεται πιο διαχειρίσιμο. Είναι ένας τρόπος να γελοιοποιήσουμε αυτό που δεν θέλουμε να ακούσουμε.
Στη νομική σκέψη, το σώμα του νεκρού δεν είναι ακριβώς πρόσωπο, αλλά δεν είναι και απλό αντικείμενο. Ανήκει σε μια οικογένεια, σε μια κοινότητα, σε ένα θρησκευτικό ή πολιτικό πλαίσιο. Η ταφή, η αποτέφρωση, η μεταφορά σε νεκροταφείο, η εκταφή, η ιατροδικαστική εξέταση δεν είναι μόνο διοικητικές διαδικασίες. Είναι κινήσεις που αγγίζουν βαθιά συναισθήματα και πεποιθήσεις. Γι’ αυτό και η νομική γλώσσα προσπαθεί, συχνά άγαρμπα, να βρει όρους που να μην είναι ούτε συναισθηματικοί ούτε ψυχροί.
Στις παραδόσεις, το σώμα του νεκρού είναι συχνά το κέντρο μιας τελετής. Σε πολλές κοινότητες, η προετοιμασία του νεκρού για την ταφή είναι πράξη αγάπης, όχι απλώς υγιεινής. Οι τελετές δεν είναι μόνο για τους ζωντανούς· είναι τρόπος να αναγνωριστεί ότι ένα πρόσωπο δεν είναι αντικείμενο. Η θρησκεία, η οικογένεια, η τοπική κοινωνία, οι φίλοι, οι γείτονες: όλοι συμμετέχουν σε ένα δίκτυο που προσπαθεί να κρατήσει τον θάνατο έξω από την ανωνυμία. Το «πτώμα» γίνεται ξανά κάποιος.
Στα νοσοκομεία, οι γιατροί και οι νοσηλευτές γνωρίζουν καλά την τάση της γλώσσας να απομακρύνει τον θάνατο. Μια κλίνη που «έγινε άδεια» δεν είναι μόνο διοικητικό γεγονός. Μια «νεκροτομή» δεν είναι μόνο επιστημονική ενέργεια. Μια «ιατροδικαστική εξέταση» δεν είναι μόνο νομικός όρος. Σε κάθε λέξη, υπάρχει η δυνατότητα να δούμε ή να μην δούμε τον άνθρωπο. Η ιατρική εκπαίδευση διδάσκει πώς να διαχειριζόμαστε τη σωματική απώλεια, αλλά συχνά αφήνει για μετά το πώς να διαχειριζόμαστε τη γλώσσα.
Ίσως, λοιπόν, το ζήτημα να μην είναι η αφαίρεση της λέξης «πτώμα» από την καθημερινή ελληνική. Δεν χρειάζεται λογοκρισία. Χρειάζεται επίγνωση. Η λέξη μπορεί να είναι απαραίτητη σε μια ιατρική ή νομική περιγραφή, αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι, για έναν δικό σας, δεν υπάρχει. Για μια οικογένεια, το σώμα δεν είναι αντικείμενο· είναι ο άνθρωπος που χάθηκε. Για μια κοινωνία, ο τρόπος που μιλάμε για τον θάνατο δείχνει πόσο πολύ τον κατανοούμε.
Το πτώμα είναι η τελευταία σιωπή ενός προσώπου. Η γλώσσα δεν μπορεί να την σπάσει, αλλά μπορεί να μην τη φέρει με βιασύνη. Ίσως, τότε, οι λέξεις μας να αρχίσουν να μοιάζουν λιγότερο με αναφορά και περισσότερο με αναγνώριση.
Η λέξη πτώμα, όταν πίσω της υπάρχει ένα όνομα
Source: HotArticle
Original link: https://www.hotarticle24.com/ntwoqsqj