Δεν θυμάμαι πώς κατέληξα σε εκείνη τη σελίδα. Κάπου στο διαδίκτυο, ανάμεσα σε σχόλια και ημιτελείς σκέψεις, υπήρχε μια φράση που δεν έμοιαζε με τίποτε από όσα είχα διαβάσει: «εμπάι εντιάι».
Κοίταξα ξανά. Την πρόφερα σιωπηλά: εμ-πάι, εν-τι-άι. Τίποτα. Δεν ανήκει στα ελληνικά, ούτε μου θύμιζε κάποια ξένη λέξη που θα μπορούσα να αναγνωρίσω. Κι όμως, για ένα ολόκληρο λεπτό, έμεινα εκεί να προσπαθώ να της βρω κάποιο νόημα.
Αυτή η εμπειρία δεν είναι μόνο δική μου. Όλοι το έχουμε κάνει: βλέπουμε μια λέξη άγνωστη, μια φράση ασυνάρτητη, ένα όνειρο χωρίς λογική, και το μυαλό μας ξεκινά αμέσως να ψάχνει. Σαν ντετέκτιβ. Σαν αρχαιολόγος που καθαρίζει τη σκόνη από μια επιγραφή, περιμένοντας να αποκαλυφθεί κάποιο κρυφό μήνυμα.
Οι ψυχολόγοι το αποκαλούν «αποφηνία» – την τάση του ανθρώπινου νου να αναγνωρίζει μοτίβα ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν. Δεν είναι σφάλμα, είναι κληρονομιά. Οι πρόγονοί μας έπρεπε να διακρίνουν το θρόισμα του ανέμου από τα βήματα ενός αρπακτικού. Όσοι το πετύχαιναν, επιβίωναν. Αυτός ο μηχανισμός παραμένει μέσα μας, μόνο που πλέον δεν κυνηγάμε αρπακτικά. Κυνηγάμε νοήματα σε οθόνες, σε μηνύματα, σε τίτλους ειδήσεων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το μυαλό μας δεν εγκαταλείπει εύκολα. Μπροστά στο «εμπάι εντιάι», οι συνειρμοί δουλεύουν υπόγεια: το «εμπ» θυμίζει «εμπειρία», το «άι» θυμίζει το «AI» της τεχνητής νοημοσύνης, το «τιάι»... κάπου θα βρει άκρη. Δεν έχει σημασία αν το νόημα είναι λανθασμένο. Σημασία έχει ότι το μυαλό θέλει να υπάρχει νόημα.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην τεχνητή νοημοσύνη. Όταν δίνεις σε ένα γλωσσικό μοντέλο μια ασαφή εντολή, εκείνο καλείται να κάνει το ίδιο πράγμα: να βρει το πιο πιθανό νόημα μέσα σε μια θάλασσα από πιθανότητες. Μόνο που ο άνθρωπος το κάνει με βιωμένη εμπειρία, συναίσθημα και διαίσθηση. Η μηχανή, με στατιστική. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξίσου εντυπωσιακό, αλλά δεν είναι το ίδιο. Όταν εμείς δίνουμε νόημα στο ακατανόητο, το κάνουμε γιατί δεν αντέχουμε το κενό. Η μηχανή δεν νοιάζεται για το κενό. Απλώς υπολογίζει.
Ας γυρίσουμε όμως στη γλώσσα. Μέσα στην ιστορία της, η ανθρωπότητα έχει δημιουργήσει ολόκληρα έργα τέχνης βασισμένα σε λέξεις-φαντάσματα. Ο Λιούις Κάρολ έγραψε το περίφημο «Jabberwocky», ένα ποίημα όπου σχεδόν καμία λέξη δεν υπάρχει στα αγγλικά, κι όμως οι αναγνώστες νιώθουν ότι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει: υπάρχει ένα τέρας, ένας ήρωας, ένα σπαθί, μια νίκη. Πώς; Επειδή οι λέξεις φέρουν ηχητικές αναμνήσεις από αληθινές λέξεις. Το φωνητικό τους αποτύπωμα δημιουργεί συναίσθημα πριν προλάβει να επέμβει η λογική.
Το ίδιο συμβαίνει και με το «εμπάι εντιάι». Το διάβασες, το πρόφερες μέσα σου, και κάπου κάτω από τη συνείδηση, κάτι άρχισε να χτίζει ένα σενάριο. Έστω και αόριστο. Έστω και ασυνείδητο.
Η αλήθεια είναι ότι η ζωή είναι γεμάτη ασαφή σήματα. Ένα μήνυμα που κόβεται στη μέση. Μια υπόσχεση που δεν ολοκληρώθηκε. Μια ματιά που ερμηνεύτηκε λάθος. Σε αυτές τις στιγμές, έχουμε δύο επιλογές: να ρωτήσουμε, ή να συμπληρώσουμε μόνοι μας τα κενά. Οι περισσότεροι διαλέγουμε το δεύτερο, και εκεί γεννιούνται οι περισσότερες παρεξηγήσεις.
Μπορεί, λοιπόν, μια φράση σαν το «εμπάι εντιάι» να μην σημαίνει απολύτως τίποτα. Ωστόσο, για ένα δευτερόλεπτο, μας κάνει να σταματήσουμε. Μας θυμίζει ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας. Είναι και παιχνίδι, και μυστήριο, και καθρέφτης του πώς σκεφτόμαστε.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το νόημά της. Να μας υπενθυμίζει ότι, πριν από κάθε ερμηνεία, υπάρχει η περιέργεια. Και η περιέργεια, ακόμη και όταν δεν βρίσκει απάντηση, είναι από μόνη της μια καλή αρχή.
Το μυστήριο του «εμπάι εντιάι» και η ανάγκη μας για νόημα
Source: HotArticle
Original link: https://www.hotarticle24.com/n1ioj3y0