Όταν ο Κυριάκος Βελόπουλος ίδρυσε την «Ελληνική Λύση» το 2016, πολλοί την αντιμετώπισαν ως ακόμη ένα παροδικό σχήμα στον κατακερματισμένο χώρο της ελληνικής δεξιάς. Το όνομα όμως, με τον άμεσο και σχεδόν φιλοσοφικό του τόνο, πρόδιδε μια φιλοδοξία μεγαλύτερη: να παρουσιαστεί ως η απάντηση σε ένα πολιτικό σύστημα που φάνταζε αδιέξοδο.
Η «λύση» που πρότεινε δεν ήταν απλώς μια πολιτική πλατφόρμα, αλλά ένας συνδυασμός εθνικιστικής ρητορικής, λαϊκιστικών υποσχέσεων και μιας πραγματιστικής προσέγγισης σε ζητήματα που η παραδοσιακή δεξιά είχε αφήσει ανεκμετάλλευτα. Ο Βελόπουλος, γνωστός από την τηλεοπτική του παρουσία και τις πωλήσεις «θαυματουργών» προϊόντων, μετέφερε στην πολιτική σκηνή έναν τρόπο επικοινωνίας που έμοιαζε περισσότερο με infomercial παρά με συμβατική πολιτική ομιλία. Και αυτό ακριβώς τον διαφοροποίησε.
Το κόμμα κατάφερε να εισέλθει στη Βουλή στις εκλογές του 2019, συγκεντρώνοντας ποσοστό 3,70% και δέκα έδρες. Ήταν μια επιτυχία που διέψευσε τις προβλέψεις και έδειξε ότι υπήρχε χώρος για έναν εθνικιστικό λαϊκισμό που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την ακροδεξιά του ΛΑΟΣ ή τη νεοφιλελεύθερη στροφή της Νέας Δημοκρατίας. Η «Ελληνική Λύση» μίλησε σε ψηφοφόρους που αισθάνονταν ότι η πατρίδα τους είχε χάσει τον έλεγχο των εθνικών της ζητημάτων – από τη Μακεδονία και τη Θράκη έως την οικονομική εξάρτηση από τους δανειστές.
Η ιδεολογική της ταυτότητα παραμένει ένα παζλ που δεν συναρμολογείται εύκολα. Από τη μια, ο Βελόπουλος υιοθετεί μια σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό, μιλά για «εθνική κυριαρχία» και ασκεί κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την άλλη, υποστηρίζει μέτρα κοινωνικής προστασίας που θυμίζουν παλαιοκομματικό πατριωτισμό, ενώ η ρητορική του περί «ελληνικών προϊόντων» και «παραγωγικής ανασυγκρότησης» αγγίζει ακροατήρια που νιώθουν αποξενωμένα από την παγκοσμιοποίηση.
Στις ευρωεκλογές του 2024, το κόμμα ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του, εκλέγοντας ευρωβουλευτή και σταθεροποιώντας το ποσοστό του πάνω από το 4%. Αυτή η επιμονή δείχνει ότι η «Ελληνική Λύση» δεν ήταν ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια δύναμη που αντλεί από μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το κόμμα θα επιβιώσει, αλλά τι σημαίνει η επιτυχία του για το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η «λύση» που προτείνει ίσως να μην είναι τόσο συγκεκριμένη όσο υποδηλώνει το όνομα, αλλά η ίδια η ύπαρξή της αποκαλύπτει μια πραγματικότητα: ότι μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αναζητεί ακόμη μια αφήγηση που να εξηγεί την κρίση, να αποδίδει ευθύνες και να υπόσχεται μια επιστροφή σε μια πιο «αυθεντική» εθνική ταυτότητα.
Η γοητεία ενός αντισυμβατικού πολιτικού λόγου
Source: HotArticle
Original link: https://www.hotarticle24.com/5sgoj9s3