Το καμπαναριό του Αγίου Διονυσίου στέκεται από τον 18ο αιώνα πάνω από τα κεραμίδια της παλιάς πόλης. Το ξημέρωμα της 23ης Οκτωβρίου 1944, όμως, οι καμπάνες του δεν σήμαναν ούτε για λειτουργία ούτε για πένθος. Σήμαναν για φόβο. Μέσα στο σκοτάδι του πύργου, πέντε άνθρωποι βρήκαν τον θάνατο με τρόπο που η τοπική μνήμη ακόμα δεν μπορεί να ξεπεράσει.
Η ιστορία δεν είναι «μυστήριο» με την αστυνομική έννοια. Οι δράστες ήταν γνωστοί – αντάρτες του ΕΛΑΣ που είχαν στήσει ενέδρα σε δοσίλογους που χρησιμοποιούσαν τον πύργο ως παρατηρητήριο. Τα ονόματα των νεκρών αναφέρονται ακόμα σε κάποιο σημειωματάριο στο Δημοτικό Αρχείο, αλλά τα επίθετά τους έχουν ξεθωριάσει. Αυτό που δεν ξεθώριασε είναι ο ήχος των καμπανών εκείνο το πρωί – ένας βραχνός, σπασμένος ήχος που οι παλιοί κάτοικοι λένε πως ακούγεται ακόμα όταν φυσά δυνατός άνεμος.
Οι φόνοι στο καμπαναριο δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Σε πολλά χωριά της κατεχόμενης Ελλάδας, τα καμπαναριά χρησιμοποιήθηκαν ως φυλακές, σημεία βασανιστηρίων ή ακόμα και τόποι εκτέλεσης. Ψηλά, μακριά από τα σπίτια, οι κραυγές δεν έφταναν εύκολα. Η απόσταση από το έδαφος έκανε τα πάντα να μοιάζουν μικρότερα – και τις ζωές, και τις ευθύνες.
Η Μαρία Λεμονιά, 93 ετών σήμερα, θυμάται πως η μητέρα της έκλεινε τα παράθυρα όταν άκουγε βήματα στο καμπαναριό. «Δεν ήταν οι άγγελοι που ανέβαιναν», λέει. «Ήταν οι άνθρωποι που είχαν αποφασίσει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει». Η ίδια ήταν παιδί τότε, αλλά θυμάται το βλέμμα της μητέρας της – ένα βλέμμα που έλεγε «μη μιλάς, μη ρωτάς, μην κοιτάς ψηλά».
Μετά τον πόλεμο, το καμπαναριό επισκευάστηκε. Οι πληγές στο μάρμαρο κλείστηκαν με τσιμέντο, οι τοίχοι βάφτηκαν άσπροι. Αλλά οι ντόπιοι λένε πως το τσιμέντο δεν κράτησε. Κάθε χειμώνα, με τα πρώτα κρύα, εμφανίζονται ρωγμές στο ίδιο σημείο. «Το μάρμαρο θυμάται», λέει ο νεωκόρος κ. Αντώνης. «Και όταν θυμάται, σπάει».
Ίσως η πιο δύσκολη πτυχή αυτής της ιστορίας να είναι η σιωπή που ακολούθησε. Δεν υπήρξαν δίκες. Δεν υπήρξαν μνημεία. Μόνο ένα μικρό σημείωμα στον τοπικό τύπο του 1946 που έλεγε: «Τα γεγονότα του πολέμου να θαφτούν μαζί με τους νεκρούς». Η φράση αυτή, που κάποιος δημοσιογράφος έγραψε πιθανώς για να προστατεύσει την πόλη από νέες διαιρέσεις, έγινε άθελά του μια κατάρα. Γιατί όταν θάβεις τη μνήμη, δεν θάβεις μόνο το παρελθόν. Θάβεις και την ικανότητα να καταλάβεις το παρόν.
Σήμερα, το καμπαναριό είναι ανοιχτό στους τουρίστες. Ανεβαίνεις 87 σκαλοπάτια και φτάνεις στην κορυφή, όπου η θέα απλώνεται μέχρι τη θάλασσα. Κανείς δεν μιλάει για τους φόνους. Οι ξεναγοί λένε για την αρχιτεκτονική, για τον σεισμό του 1953, για την αναστήλωση. Αλλά αν ρωτήσεις κάποιον παλιό, θα σου δείξει μια μικρή πλάκα στο πάτωμα – ένα σημάδι που μοιάζει με λεκέ από λάδι. «Εκεί», θα σου πει, «ήταν το αίμα του Θανάση. Δεν έφυγε ποτέ».
Ίσως η πραγματική τραγωδία να μην είναι οι φόνοι στο καμπαναριό, αλλά το γεγονός ότι έγιναν τόσο συνηθισμένοι που η κοινωνία έμαθε να ζει με τη σιωπή τους. Και ίσως η μόνη μας ελπίδα να είναι να αρχίσουμε να ακούμε ξανά τις καμπάνες – όχι σαν ήχο φόβου, αλλά σαν υπενθύμιση ότι κάθε ζωή που χάνεται ψηλά σε έναν πύργο αφήνει ένα σημάδι που δεν κλείνει με τσιμέντο.
Όταν οι καμπάνες σταματούν να χτυπούν για τους νεκρούς
Source: HotArticle
Original link: https://www.hotarticle24.com/56fo864t