Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που συστήνονται με θόρυβο, μεγάλες μεταγραφές και φανταχτερά highlights. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που προχωρούν με μικρά βήματα, αλλάζουν περιβάλλον την κατάλληλη στιγμή και κάποια μέρα βλέπεις το όνομά τους σε μια βασική ενδεκάδα σε ένα γήπεδο που κάποτε έμοιαζε μακρινό. Ο Δημήτρης Γιαννούλης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι ο παίκτης που θα γεμίσει τα social media με εντυπωσιακά στιγμιότυπα κάθε εβδομάδα, όμως η πορεία του έχει τη δική της αξία: είναι η πορεία ενός αριστερού μπακ που έμαθε να επιβιώνει, να προσαρμόζεται και να βελτιώνεται χωρίς να χάνει την ταυτότητά του.
Ξεκίνησε από τις ακαδημίες του ΠΑΟΚ, σε μια εποχή που ο σύλλογος έψαχνε τρόπους να εμπιστευτεί νεαρούς παίκτες χωρίς να θυσιάσει αποτελέσματα. Για τον Γιαννούλη, ο δρόμος δεν ήταν ευθύς. Μεσολάβησαν δανεισμοί και περίοδοι αναμονής, εκείνες οι καταστάσεις που δοκιμάζουν την υπομονή ενός νέου ποδοσφαιριστή. Πολλοί χάνονται σε αυτές τις περιόδους, είτε επειδή βιάζονται είτε επειδή δεν βρίσκουν το κατάλληλο περιβάλλον. Ο Γιαννούλης φάνηκε να αντιλαμβάνεται νωρίς ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να παίζεις, αλλά να γίνεσαι καλύτερος σε κάθε σταθμό.
Η θέση του αριστερού μπακ έχει εξελιχθεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Δεν αρκεί να αμύνεσαι σωστά. Πρέπει να ανεβαίνεις, να δίνεις πλάτος, να βγάζεις σέντρες, να πρεσάρεις ψηλά και να γυρίζεις γρήγορα. Ο Γιαννούλης εκφράζει πολλά από αυτά τα στοιχεία. Είναι ένας σύγχρονος αριστερός μπακ που του αρέσει να βρίσκεται κοντά στη γραμμή, να τρέχει στο χώρο και να συμμετέχει στο επιθετικό παιχνίδι. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Στην Αγγλία, στη Νόριτς, έμαθε να ζει με την ένταση του Championship, ένα πρωτάθλημα που δεν συγχωρεί εύκολα την έλλειψη συγκέντρωσης. Το σωματικό παιχνίδι, τα συνεχόμενα ματς, τα ταξίδια, όλα αυτά διαμορφώνουν έναν παίκτη διαφορετικό από εκείνον που έφυγε από την Ελλάδα.
Η μεταγραφή του στη Νόριτς τον Ιανουάριο του 2021 ήρθε σε μια περίοδο που ο σύλλογος πάλευε για την άνοδο στην Premier League. Ο Γιαννούλης μπήκε σε μια ομάδα με σαφή αγωνιστικό προσανατολισμό και υψηλές απαιτήσεις. Δεν του χαρίστηκε τίποτα. Χρειάστηκε να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί σε επίπεδο που δεν θυμίζει σε τίποτα τις συνθήκες του ελληνικού πρωταθλήματος. Και το έκανε με τον δικό του τρόπο: δουλεύοντας περισσότερο, αποδεχόμενος τον ρόλο του και παραμένοντας διαθέσιμος όταν τον χρειαζόταν η ομάδα. Αυτό είναι κάτι που συχνά περνά απαρατήρητο από τον μέσο φίλαθλο, αλλά οι προπονητές το εκτιμούν.
Βέβαια, το να παίζεις στο Championship δεν είναι μια γραμμική ιστορία επιτυχίας. Υπάρχουν βραδιές που ο ρυθμός σε ξεπερνά, αγώνες όπου η πλευρά σου δέχεται πίεση και στιγμές που η απόφαση να αφήσεις την Ελλάδα φαίνεται πιο βαριά απ' ό,τι περίμενες. Ο Γιαννούλης δεν είναι ο παίκτης που θα βάλει δέκα γκολ τη σεζόν ή θα μοιράσει αμέτρητες ασίστ. Είναι όμως ο παίκτης που δίνει σταθερότητα, που καλύπτει χώρους, που επιτρέπει σε πιο δημιουργικούς συμπαίκτες να κινούνται ελεύθερα. Αυτή η ποιότητα μοιάζει λιγότερο λαμπερή, αλλά είναι από τις πιο σημαντικές σε μια ομάδα που θέλει να κερδίσει.
Στην εθνική Ελλάδας, ο Γιαννούλης βρήκε τον δικό του ρόλο σε μια περίοδο ανανέωσης. Η ελληνική ομάδα αναζητούσε παίκτες με εμπειρία από πιο απαιτητικά πρωταθλήματα, ανθρώπους που δεν φοβούνται να ταξιδέψουν, να προσαρμοστούν σε διαφορετικά συστήματα και να αναλάβουν ευθύνες. Ο ίδιος έφερε μαζί του την εμπειρία από την Αγγλία, όχι με τη μορφή εντυπωσιακών δηλώσεων, αλλά με την απλή καθημερινή συνέπεια που χρειάζεται μια ομάδα. Δεν είναι ο πιο δημοφιλής παίκτης στις συζητήσεις των φιλάθλων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η παρουσία του περνά απαρατήρητη από όσους ασχολούνται πραγματικά με το παιχνίδι.
Το ενδιαφέρον με τον Γιαννούλη είναι ότι έφυγε από την Ελλάδα σε ηλικία που πολλοί θεωρούν ώριμη, αλλά όχι αργά. Δεν ήταν ένα παιδί-θαύμα που πήρε μεταγραφή στα δεκαοκτώ ούτε ένας βετεράνος που δοκίμασε την τύχη του στα τριάντα. Ήταν ένας παίκτης που είχε ήδη ζήσει πίεση, δανεισμούς, αμφισβήτηση και επιστροφές. Αυτή η διαδρομή τον προετοίμασε για το εξωτερικό με τρόπο που δεν φαίνεται πάντα στα νούμερα. Του έμαθε ότι η καριέρα δεν είναι ένας αγώνας ταχύτητας, αλλά μια μακρά σειρά αποφάσεων. Και η απόφαση να πάει στη Νόριτς, ακόμα κι αν το κλαμπ έχει ανεβοκατέβει κατηγορίες έκτοτε, μοιάζει με την πιο σωστή που μπορούσε να πάρει εκείνη τη στιγμή.
Κοιτάζοντας πίσω, ο Γιαννούλης δεν χρειάστηκε να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν. Ένας εργατικός αριστερός μπακ που έμαθε να διαβάζει το παιχνίδι, να τρέχει όταν χρειάζεται και να παίρνει σωστές αποστάσεις. Σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο λατρεύει τις ταχύτητες και τα επιθετικά στατιστικά, εκείνος θυμίζει ότι η συνέπεια είναι επίσης ταλέντο. Μπορεί να μην φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα, όμως η πορεία του αποτελεί παράδειγμα για κάθε νέο Έλληνα ποδοσφαιριστή που αναρωτιέται αν αξίζει να επιμείνει όταν τα πράγματα δεν γίνονται γρήγορα. Η απάντηση, όπως δείχνει η δική του διαδρομή, είναι πως μερικές φορές αξίζει να περιμένεις τη σωστή στιγμή αντί να κυνηγάς την πρώτη ευκαιρία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η καριέρα του ολοκληρώθηκε ή ότι τα πάντα πήγαν όπως τα είχε σχεδιάσει. Το ποδόσφαιρο αλλάζει γρήγορα και τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όμως ακόμα και αυτή η αβεβαιότητα έχει αξία. Ο Γιαννούλης βρίσκεται σε μια φάση όπου πρέπει να αποδεικνύει συνεχώς ότι ανήκει σε υψηλό επίπεδο. Το κάνει χωρίς θόρυβο, χωρίς υπερβολές, με τον τρόπο που ταιριάζει σε έναν ποδοσφαιριστή που αντιλαμβάνεται τη δουλειά του ως επάγγελμα και όχι ως παράσταση. Και ίσως αυτή ακριβώς η στάση να είναι το πιο σύγχρονο μάθημα που μπορεί να πάρει κανείς από την πορεία του.
Η αθόρυβη εξέλιξη του Δημήτρη Γιαννούλη
Source: HotArticle
Original link: https://www.hotarticle24.com/n0yojxgj