Ο όρος «αγωγή» χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα με διαφορετικές έννοιες: μιλάμε για φαρμακευτική αγωγή όταν αναφερόμαστε σε φάρμακα και θεραπευτικό σχήμα, για σωματική αγωγή στο πλαίσιο της άσκησης και της εκπαίδευσης. Στο νομικό όμως πεδίο, η αγωγή είναι το βασικό δικογράφo με το οποίο ξεκινά μια αστική δίκη. Αν ψάχνετε πώς κατατίθεται μια αγωγή, τι πρέπει να περιέχει, πόσο κοστίζει και τι ακολουθεί μετά την κατάθεσή της, αυτός ο οδηγός εξηγεί βήμα προς βήμα τη διαδικασία όπως διαμορφώνεται από τον ελληνικό Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Η νομική έννοια της αγωγής
Στην αστική δικονομία, αγωγή ονομάζεται η δικογραφική πράξη με την οποία ο ενάγων (αυτός που διεκδικεί) προσφεύγει στο αρμόδιο δικαστήριο και ασκεί το δικαίωμά του εναντίον του εναγομένου (αυτός στον οποίο απευθύνεται η αξίωση). Μέσω της αγωγής το δικαστήριο καλείται να επιλύσει μια ιδιωτική διαφορά, για παράδειγμα οφειλή από συμβόλαιο, διαφορά μισθωτικής σχέσης, ζήτημα κυριότητας ακινήτου ή αποζημίωση από αδικοπραγία.
Η αγωγή είναι το θεμελιώδες μέσο παροχής έννομης προστασίας στον αστικό τομέα. Χωρίς την άσκηση αγωγής, το πολιτικό δικαστήριο δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως μια διαφορά· η κίνηση της δίκης ξεκινά πάντα με πρωτοβουλία του ενάγοντος.
Είδη αγωγών
Οι αγωγές διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις δικαζόμενες και τις εκτελεστές.
Δικαζόμενες είναι οι αγωγές με τις οποίο το δικαστήριο κρίνει επί της ουσίας μιας διαφοράς. Ανάλογα με το περιεχόμενο της παραδεκτικής διαπίστωσης που ζητείται, διακρίνονται σε:
- Αναγνωριστική αγωγή: ζητείται η αναγνώριση μιας έννομης σχέσης, π.χ. αναγνώριση κυριότητας επί ακινήτου ή αναγνώριση γνήσιας υπογραφής.
- Καταψηφιστική αγωγή: ζητείται η καταδίκη του εναγομένου σε πράξη ή παροχή, π.χ. καταβολή οφειλής, απόδοση μισθίου, αποζημίωση.
- Στερητική αγωγή: ζητείται η στέρηση δικαιώματος ή η λύση έννομης σχέσης, π.χ. λύση γάμου.
- Αποφατική αγωγή: ζητείται η κρίση του δικαστηρίου επί ελλιπούς ή αμφισβητούμενης πράξης, π.χ. ακύρωση απόφασης συνελεύσεων.
- Συστατική αγωγή: αποσκοπεί στη σύσταση νέας έννομης σχέσης, π.χ. υιοθεσία.
Εκτελεστές ονομάζονται οι αγωγές που έχουν ιδιαίτερο σκοπό τη δημιουργία εκτελεστού τίτλου για την ικανοποίηση της αξίωσης, όπως η αγωγή οριστικής ρύθμισης μισθωτικής σχέσης (γνωστή ως εκτίναξη) ή οι αγωγές επιμέλειας και τροποποίησης διατάξεων στο οικογενειακό δίκαιο.
Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο
Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου καθορίζεται κυρίως από την αξία της διαφοράς και από τον τόπο.
Κατά την αξία, το ειρηνοδικείο κρίνει τις υποθέσεις των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ μεγαλύτερες διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς ή του πολυμελούς πρωτοδικείου, ανάλογα με το ύψος τους.
Κατά τον τόπο, γενικός ορίζοντας αρμοδιότητας είναι κατά κανόνα το δικαστήριο της κατοικίας (ή της έδρας, για νομικά πρόσωπα) του εναγομένου. Για διαφορές που αφορούν ακίνητα, αρμόδιο είναι συνήθως το δικαστήριο στον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος προβλέπει και αποκλειστική αρμοδιότητα, οπότε δεν επιτρέπεται η συμφωνία για άλλο δικαστήριο.
Η σωστή εκτίμηση της αρμοδιότητας έχει πρακτική σημασία: αν η αγωγή ασκηθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο, αυτό δεν μπορεί να την εξετάσει, και η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή στο αρμόδιο δικαστήριο, με απώλεια χρόνου και δαπάνης.
Τι πρέπει να περιέχει η αγωγή
Ο νόμος ορίζει τα υποχρεωτικά στοιχεία της αγωγής, μεταξύ των οποίων:
- την ημερομηνία κατάθεσης,
- τα πλήρη ονοματεπώνυμα, τις διευθύνσεις και τα στοιχεία ταυτοποίησης των διαδίκων,
- τον αριθμό δίκης (αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία),
- τα βασικά περιστατικά και οι λόγοι που θεμελιώνουν την αξίωση,
- τους περατώσιμους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται ο ενάγων,
- το αίτημα, δηλαδή το ακριβές ζητούμενο από το δικαστήριο,
- την υπογραφή πληρεξούσιου δικηγόρου.
Η παράλειψη ουσιωδών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ή σε αδυναμία αξιοποίησης ορισμένων ισχυρισμών και αποδείξεων στη συνέχεια. Γι' αυτό η σύνταξη του εγγράφου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και πλήρη ενημέρωση του δικηγόρου για όλα τα σχετικά γεγονότα και έγγραφα.
Πώς κατατίθεται και επιδίδεται η αγωγή
Η διαδικασία ξεκινά με την κατάθεση της αγωγής στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, μαζί με την απόδειξη καταβολής του παραβόλου και του τέλους δικάσιμος. Η αγωγή καταχωρείται στο βιβλίο εκκρεμών δικών και λαμβάνει αριθμό μονογράφου, με τον οποίο παρακολουθείται η πορεία της υπόθεσης.
Ακολουθεί η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, συνήθως μέσω δικαστικού επιμελητή. Πλέον είναι ευρέως διαδεδομένη και η ηλεκτρονική επίδοση μέσω της πλατφόρμας της Επιμελητικής Ένωσης. Η νόμιμη επίδοση είναι κρίσιμη, καθώς από αυτήν υπολογίζονται σημαντικές επόμενες προθεσμίες της δίκης.
Η πορεία της δίκης μετά την επίδοση
Μετά την μεταρρύθμιση του πολιτικού δικονομικού δικαίου (ν. 4335/2015), η διαδικασία που ακολουθεί την επίδοση της αγωγής είναι γραπτή και δομείται σε συγκεκριμένα στάδια:
- Ανακριτική διαδικασία: οι διάδικοι, με χωριστά δικόγραφα, ανακοινώνουν στο αντίδικος τα αποδεικτικά μέσα και τα δοκίμια που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν. Η ανακριτική διαδικασία ολοκληρώνεται σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την επίδοση της αγωγής.
- Προτάσεις: ο εναγόμενος υποβάλλει τις προτάσεις του σε προθεσμία εκατό ημερών από την ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας, ενώ ο ενάγων μπορεί να απαντήσει με αντεπιθέσεις εντός δεκαπέντε ημερών. Στις προτάσεις εκτίθεται το επιχείρημα του κάθε διαδίκου και οι ισχυρισμοί του επί της ουσίας.
- Ουσιαστική δικάσιμο: η υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον του δικαστηρίου στην ορισθείσα δικάσιμο, όπου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αναπτύσσουν προφορικά ή παραπέμπουν στα γραπτά τους ισχυρισμούς. Δεν απαιτείται πλέον ξεχωριστή προκαταρκτική δικάσιμος.
Μετά τη δικάσιμο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του, με την οποία either απορρίπτει or κάνει δεκτή την αγωγή, ολικά ή μερικά.
Δικαστικά έξοδα και δαπάνες
Η άσκηση αγωγής συνεπάγεται δαπάνες που πρέπει να υπολογιστούν εκ των προτέρων:
- Παράβολο: παράβολη δασμός που υπολογίζεται βάσει της αξίας της διαφοράς και του είδους του δικαστηρίου.
- Αμοιβή δικηγόρου: καθορίζεται συνήθως με συμφωνία και μπορεί να είναι ενιαία ή ανά σταδιο της διαδικασίας.
- Έξοδα επίδοσης: αμοιβή δικαστικού επιμελητή ή τέλη ηλεκτρονικής επίδοσης.
- Λοιπά έξοδα: αποδεικτικά έγγραφα, πιστοποιητικά, ενδεχομένως πραγματογνωμοσύνη.
Στην απόφαση, το δικαστήριο συνήθως καταδικάζει τον ηττημένο διάδικο στα δικαστικά έξοδα, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα δικηγόρικά fees κατά τον νόμιμο συντελεστή. Αυτό σημαίνει ότι, αν η αγωγή γίνει δεκτή, ο ενάγων μπορεί να διεκδικήσει μέρος των εξόδων του από τον αντίδικο.
Παραγραφή: το ζήτημα του χρόνου
Πριν από την άσκηση αγωγής πρέπει πάντα να ελέγχεται αν η αξίωση έχει παραγραφεί. Στο αστικό δίκαιο, ο γενικός χρόνος παραγραφής είναι είκοσι χρόνια, ενώ για ορισμένες κατηγορίες αξιώσεων —όπως απαιτήσεις από εμπορικές συναλλαγές, μισθούς, μισθώματα και περιοδικές παροχές— προβλέπεται βραχύτερη παραγραφή πέντε ετών. Η παραγραφή διακόπτεται, μεταξύ άλλων, με την άσκηση της αγωγής ή με αναγνώριση του δικαιώματος από τον οφειλέτη, και σε ορισμένες περιπτώσεις αναστέλλεται.
Ο έλεγχος της παραγραφής είναι από τα πρώτα ζητήματα που εξετάζει ένας δικηγόρος, διότι η παραγεγραμμένη αξίωση οδηγεί σχεδόν βέβαια σε απόρριψη της αγωγής.
Τι ισχύει μετά την απόφαση
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορούν να ασκηθούν ένδικα μέσα, κυρίως έφεση ενώπιον του εφετείου. Κατά της εφετειακής απόφασης είναι δυνατή, υπό προϋποθέσεις, η άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος ελέγχει μόνο ζητήματα νομικά και όχι την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Αν η καταψηφιστική απόφαση γίνει οριστική, αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Με αυτόν ο νικητής μπορεί να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση, για παράδειγμα με είσπραξη χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς του οφειλέτη ή με εκποίηση ακινήτου του, μέσω του δικαστικού επιμελητή και της αρμόδιας διαδικασίας.
Διαμεσολάβηση και εναλλακτική επίλυση διαφορών
Για ορισμένες κατηγορίες διαφορών —όπως μισθωτικές διαφορές επί κατοικιών, διαφορές ακίνητης ιδιοκτησίας, κληρονομικά και οικογενειακά ζητήματα (πλην ζητημάτων προσωπικής κατάστασης)— ο νόμος προβλέπει την υποχρέωση προηγούμενης αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης πριν από την άσκηση της αγωγής. Η διαμεσολάβηση μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή επίλυση, ενώ παραμένει διαθέσιμη και σε διαφορές όπου δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον οι διάδικοι συμφωνήσουν.
Πρακτικές συμβουλές πριν ασκήσετε αγωγή
- Συμβουλευτείτε έγκαιρα δικηγόρο με εμπειρία στο σχετικό αντικείμενο, ώστε να εκτιμηθεί η ουσία της υπόθεσης, η αρμοδιότητα και οι πιθανότητες επιτυχίας.
- Συγκεντρώστε όλα τα σχετικά έγγραφα: συμβόλαια, αποδείξεις, ανταλλαγές επιστολών, τραπεζικά παραστατικά, πιστοποιητικά.
- Ελέγξτε τις προθεσμίες, ιδίως τυχόν παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία.
- Ζητήστε μια ρεαλιστική εικόνα κόστους και διάρκειας, καθώς μια αστική δίκη μπορεί να κρατήσει αρκετούς μήνες ή και χρόνια, ιδίως αν ακολουθήσει έφεση.
- Εξετάστε αν υπάρχουν περιθώρια εξωδικαστικού συμβιβασμού ή διαμεσολάβησης, που συχνά εξοικονομούν χρόνο και χρήμα.
Σημαντική διευκρίνιση
Οι πληροφορίες αυτές έχουν γενικό ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν νομική συμβουλή. Το δικονομικό πλαίσιο αλλάζει με νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, και οι προθεσμίες, τα παράβολα και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υπόθεσης. Για συγκεκριμένη διαφορά, η εκτίμηση και η στρατηγική πρέπει να διαμορφωθούν από δικηγόρο που θα μελετήσει τα πραγματικά περιστατικά και τα έγγραφά σας.
Η αγωγή παραμένει το κεντρικό εργαλείο για την προστασία δικαιωμάτων στον αστικό τομέα. Η σωστή προετοιμασία, η τήρηση των τυπικών απαιτήσεων και ο έγκαιρος σχεδιασμός κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια καλά θεμελιωμένη δίκη και σε μια διαδικασία γεμάτη καθυστερήσεις και κινδύνους.