Κάθε καλοκαίρι οι αριθμοί των αφίξεων και των διανυκτερεύσεων παρουσιάζονται ως απόδειξη επιτυχίας. Όμως μια γεμάτη πτήση ή ένα ξενοδοχείο με υψηλή πληρότητα δεν αποκαλύπτουν ολόκληρη την εικόνα. Ο τουρισμός μπορεί να αυξάνεται στατιστικά, ενώ οι κάτοικοι, οι εργαζόμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις να αισθάνονται ότι τα οφέλη παραμένουν περιορισμένα.
Τα πραγματικά αποτελέσματα του τουρισμού χρειάζονται πιο προσεκτική ανάγνωση. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσοι επισκέπτες έφτασαν σε έναν προορισμό. Χρειάζεται να εξετάζουμε πόσα χρήματα έμειναν στην τοπική οικονομία, πόσο διήρκεσε η σεζόν, τι είδους θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν και ποιο ήταν το κόστος για τις υποδομές και το περιβάλλον.
Περισσότεροι επισκέπτες δεν σημαίνει πάντα μεγαλύτερο όφελος
Η αύξηση των αφίξεων είναι αναμφίβολα θετική ένδειξη για έναν προορισμό. Ωστόσο, ο αριθμός των επισκεπτών από μόνος του μπορεί να είναι παραπλανητικός.
Ένας προορισμός μπορεί να υποδέχεται περισσότερους τουρίστες, αλλά εκείνοι να παραμένουν λιγότερες ημέρες ή να περιορίζουν τις δαπάνες τους. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση της κίνησης δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αντίστοιχη αύξηση εσόδων για τα καταστήματα, τα εστιατόρια, τους ξεναγούς και τους παραγωγούς της περιοχής.
Αντίθετα, ένας μικρότερος αριθμός επισκεπτών με μεγαλύτερη μέση δαπάνη και μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής μπορεί να αποφέρει πιο σταθερά και ουσιαστικά αποτελέσματα. Η ποιότητα της τουριστικής ζήτησης έχει συχνά μεγαλύτερη σημασία από την απλή μαζικότητα.
Η συμβολή στην οικονομία είναι πολυεπίπεδη
Ο τουρισμός δεν αφορά μόνο τα ξενοδοχεία και τα καταλύματα. Επηρεάζει ένα ευρύ δίκτυο επαγγελμάτων: μεταφορές, εστίαση, εμπόριο, πολιτιστικές δραστηριότητες, υπηρεσίες καθαρισμού, τεχνικά επαγγέλματα και τοπική παραγωγή.
Όταν λειτουργεί σωστά, μπορεί να δημιουργήσει εισόδημα σε περιοχές που δεν διαθέτουν πολλές άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Ένα εστιατόριο που προμηθεύεται προϊόντα από τοπικούς παραγωγούς, για παράδειγμα, διαχέει μέρος των τουριστικών εσόδων στην ευρύτερη κοινότητα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί μέσα από πολιτιστικές εκδηλώσεις, περιηγήσεις, αγροτουριστικές εμπειρίες και δραστηριότητες στη φύση.
Δεν συμβαίνει όμως αυτόματα. Αν μεγάλο μέρος της κατανάλωσης κατευθύνεται σε διεθνείς αλυσίδες ή σε επιχειρήσεις με περιορισμένη τοπική σύνδεση, η οικονομική αξία που παραμένει στον προορισμό μπορεί να είναι μικρότερη από όσο δείχνουν τα συνολικά έσοδα.
Η εποχικότητα παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα
Σε πολλούς ελληνικούς προορισμούς, η τουριστική δραστηριότητα συγκεντρώνεται σε λίγους μήνες. Το μοντέλο αυτό δημιουργεί έντονη ζήτηση το καλοκαίρι, αλλά αφήνει επιχειρήσεις και εργαζομένους αντιμέτωπους με μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας τον υπόλοιπο χρόνο.
Η εποχικότητα επηρεάζει:
- τη σταθερότητα της απασχόλησης,
- τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων,
- τη διαθεσιμότητα κατοικίας για τους μόνιμους κατοίκους,
- την πίεση στις μεταφορές και στις δημόσιες υπηρεσίες,
- την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η επιμήκυνση της περιόδου δεν επιτυγχάνεται μόνο με περισσότερη διαφήμιση. Απαιτεί υποδομές, καλύτερες συγκοινωνίες, δραστηριότητες όλο τον χρόνο και ένα τουριστικό προϊόν που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θάλασσα και τον καλό καιρό.
Ο πολιτισμός, η γαστρονομία, η πεζοπορία, οι αθλητικές διοργανώσεις, ο συνεδριακός τουρισμός και οι εμπειρίες στην ύπαιθρο μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την κατεύθυνση, αρκεί να σχεδιάζονται με συνέχεια και όχι ως περιστασιακές πρωτοβουλίες.
Το κόστος για τις τοπικές κοινωνίες πρέπει να υπολογίζεται
Η επιτυχία του τουρισμού έχει και μια πλευρά που συχνά υποτιμάται. Η μεγάλη επισκεψιμότητα μπορεί να αυξήσει τις τιμές των ακινήτων και των ενοικίων, να επιβαρύνει τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης και να προκαλέσει κυκλοφοριακά προβλήματα.
Σε δημοφιλείς περιοχές, οι κάτοικοι μπορεί να δυσκολεύονται να βρουν κατοικία ή να εξυπηρετηθούν από υπηρεσίες που σχεδιάστηκαν για πολύ μικρότερο πληθυσμό. Παράλληλα, η αυξημένη κατανάλωση νερού, η παραγωγή απορριμμάτων και η πίεση σε παραλίες, μονοπάτια και προστατευόμενες περιοχές δημιουργούν περιβαλλοντικές συνέπειες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα. Σημαίνει ότι η ανάπτυξη χρειάζεται όρια, σχεδιασμό και υποδομές. Ένας προορισμός που εξαντλεί τους φυσικούς πόρους του για να εξυπηρετήσει μια πρόσκαιρη αύξηση της ζήτησης κινδυνεύει να υπονομεύσει την ελκυστικότητά του μακροπρόθεσμα.
Τι δείκτες αξίζει να παρακολουθούμε
Για να αξιολογηθούν με ακρίβεια τα αποτελέσματα του τουρισμού, χρειάζεται ένας συνδυασμός στοιχείων. Οι αφίξεις είναι μόνο η αρχή. Χρήσιμο είναι να εξετάζονται επίσης:
- η μέση διάρκεια παραμονής,
- η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη,
- η κατανομή των εσόδων στην τοπική οικονομία,
- η απασχόληση και η διάρκεια των συμβάσεων,
- η λειτουργία των επιχειρήσεων εκτός υψηλής σεζόν,
- η κατανάλωση νερού και ενέργειας,
- ο όγκος των απορριμμάτων,
- η ικανοποίηση των κατοίκων,
- η εμπειρία των επισκεπτών,
- η ανθεκτικότητα του προορισμού σε κρίσεις.
Η τελευταία παράμετρος έχει ιδιαίτερη αξία. Ένας προορισμός που εξαρτάται από μία μόνο αγορά, έναν τύπο επισκέπτη ή μία σύντομη τουριστική περίοδο είναι περισσότερο ευάλωτος σε οικονομικές αναταράξεις, ακραία καιρικά φαινόμενα και αλλαγές στις ταξιδιωτικές συνήθειες.
Η επόμενη φάση χρειάζεται πιο ισορροπημένη ανάπτυξη
Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα σε «πολύ τουρισμό» και «καθόλου τουρισμό». Η ουσιαστική συζήτηση αφορά το είδος της ανάπτυξης που θέλει κάθε τόπος και το ποιος τελικά ωφελείται από αυτήν.
Οι τοπικές κοινωνίες χρειάζονται μεγαλύτερη συμμετοχή στον σχεδιασμό. Οι επαγγελματίες χρειάζονται πρόσβαση σε κατάρτιση και χρηματοδότηση. Οι υποδομές πρέπει να προσαρμόζονται στα πραγματικά μεγέθη της επισκεψιμότητας, ενώ η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική επιλογή.
Τα καλύτερα αποτελέσματα του τουρισμού δεν αποτυπώνονται σε έναν μόνο εντυπωσιακό αριθμό. Φαίνονται όταν ο επισκέπτης απολαμβάνει μια αυθεντική εμπειρία, η επιχείρηση λειτουργεί βιώσιμα, ο εργαζόμενος έχει αξιοπρεπείς συνθήκες και οι κάτοικοι δεν αισθάνονται ότι ο τόπος τους μετατρέπεται σε σκηνικό χωρίς χώρο για τους ίδιους.